Εικόνα για ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΡΔΕΛΑΣ «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΝΑ ΜΗ ΖΕΙΣ»

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΡΔΕΛΑΣ «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΝΑ ΜΗ ΖΕΙΣ»

Eδώ με τα παιδιά στις φαβέλες του Ριο Ντι Τζανέιρο.
Το 2002, στα 14 χρόνια του, διαγνώσθηκε με καρκίνο. Σήμερα, απολύτως υγιής πλέον, ο φωτογράφος Στέλιος Παπαρδέλας (μετά από ένα ταξίδι αυτογνωσίας μέσα του) γυρίζει τον κόσμο με τη φωτογραφική του μηχανή. «Δεν είναι τίποτα να πεθαίνεις, αλλά είναι τρομακτικό να μη ζεις», δηλώνει –ανοίγοντας σε όλους μας τα μάτια…

«Το πρώτο μου ταξίδι, εκτός Ευρώπης, στην Ουγκάντα, άλλαξε ριζικά πολλά πράγματα τα οποία, γαλουχημένος στο δυτικό τρόπο σκέψης, θεωρούσα έως τότε δεδομένα». Εδώ με μια οικογένεια στην Κampala της Uganda.

Η διάγνωση το έγραφε καθαρά: όγκος στην κοιλιακή χώρα. Οκτώβριος του 2002, ήμουν παιδί τότε, δεκατεσσάρων ετών. Κατά την εισαγωγή μου στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού» ρώτησα ένα γιατρό πότε θα βγω. «Αν όλα πάνε καλά, σε έξι μήνες…», απάντησε. Η κατάσταση ήταν, πραγματικά, πολύ σοβαρή, με περίμενε μια σκληρή και επίπονη «μάχη». Παρόλα αυτά ποτέ δεν έχασα την ελπίδα μου, την πίστη μου. Ακόμα και τις στιγμές που όλα έμοιαζαν μάταια, έλεγα μέσα μου «Όλα θα πάνε καλά, Στέλιο, θα το κερδίσεις». Έτσι ένιωθα. Ότι έπρεπε να το κερδίσω. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους γονείς μου, που εγκατέλειψαν τα πάντα στο Ηράκλειο για να σταθούν πλάι μου σε αυτό τον αγώνα ζωής. Η δική τους μάχη ήταν επίσης σκληρή: Η θεραπεία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολύ δαπανηρή, μπορεί κυριολεκτικά να εξοντώσει μια φτωχή οικογένεια. Διότι πρέπει να βρεις σπίτι να νοικιάσεις κοντά στο νοσοκομείο, ενώ τα νοσήλεια και οι αγωγές είναι αφόρητο οικονομικό βάρος –σκέφτομαι πώς μπορούν και ανταπεξέρχονται σήμερα οι οικογένειες, που τα ασφαλιστικά ταμεία είναι διαλυμμένα… Στην περίπτωσή μας, ευτυχώς, την κατάλληλη στιγμή πληροφορήθηκαμε για τους ξενώνες και τις παροχές του Ιδρύματος «Ελπίδα». Δίχως τη βοήθεια και τη συμπαράστασή τους δεν θα τα είχαμε καταφέρει.

Κορίτσι στο Darjeeling τις Ινδίας.

Έπειτα από έξι μήνες η θεραπεία μου ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία. «Ο γιος σας ανταποκρίθηκε πλήρως στην αγωγή, είναι πλέον καλά…», είπαν οι γιατροί στους γονείς μου στις 3 Φεβρουαρίου 2003. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μέρα, το βλέμμα των δικών μου, την ανακούφισή τους. Έκτοτε, πολλά πράγματα άλλαξαν μέσα μου. Τα μικρά και ασήμαντα έγιναν σημαντικά, η πραγματικότητα ήταν ξανά προνόμιο, τα πάντα απλοποιήθηκαν… Κατάλαβα ότι δεν είναι τίποτα να πεθαίνεις, αλλά είναι τρομακτικό να μη ζεις…

Η προσωποποίηση της ευτυχίας στην Uganda.

Δυο χρόνια μετά την περιπέτεια της υγείας μου, μίλησα στο τηλέφωνο με τον κοινωνικό λειτουργό του Ιδρύματος «Ελπίδα», Δημήτρη Νάνη –έναν άνθρωπο που έχει βοηθήσει εκατοντάδες παιδιά– ο οποίος μου πρότεινε να επισκεφτώ, αν ήθελα, μια κατασκήνωση στην Ιρλανδία για παιδιά με καρκίνο, η οποία ανήκε στο δίκτυο του Ιδρύματος «Serious Fun Children’ s Network» του ηθοποιού Πολ Νιούμαν. Ευαισθητοποιήθηκα αμέσως, ήθελα να μοιραστώ την εμπειρία μου, να πω σε αυτά τα παιδιά ότι μπορούν να βγουν νικητές από αυτή τη δύσκολη δοκιμασία. Το ταξίδι εκείνο εξελίχθηκε σε μια εμπειρία ζωής για μένα. Την επόμενη χρονιά πήγα ως εθελοντής, το ίδιο και τη μεθεπόμενη. Με τον καιρό οι επισκέψεις μου γίνονταν ολοένα και συχνότερες. Σήμερα τα καλοκαίρια εργάζομαι στην κατασκήνωση του «Barretstown» ως φωτογράφος.

«Με δυο ”φίλες” μου στην Μπλέ Πόλη, στο Jodhpur της Ινδίας».

Η επαφή με τα παιδιά που έπασχαν από καρκίνο μου δίδαξε πολλά πράγματα. Κατάλαβα ότι στα μάτια τους τα θαύματα του κόσμου δεν είναι εφτά, αλλά εκατομμύρια. Και ότι, ενώ εσύ προσπαθείς να τους δείξεις τη ζωή, σου τη μαθαίνουν εκείνα… Περνώντας οι μέρες «εθίζεσαι» στο καλό κλίμα που επικρατεί, στη θετική ενέργεια, στο χαμόγελο των παιδιών. Αναπτύσσεται μέσα σου, δίχως να το καταλάβεις, η ανάγκη της προσφοράς. Ξέρω ανθρώπους που έχουν δέκα μέρες διακοπές το χρόνο και έρχονται να τις περάσουν εκεί. Δουλεύοντας, ως εθελοντές, για 15 ώρες τη μέρα.

Παιδιά στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης του Βαρανάσι, στην Ινδία.

Μέσα από τις εκατοντάδες γνωριμίες και συζητήσεις που έκανα στην κατασκήνωση, με ανθρώπους απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, κάποια στιγμή γεννήθηκε μέσα μου μια ακόμα ανάγκη: Να ταξιδέψω, να δω τον κόσμο με τα δικά μάτια. Έως τότε είχα στο μυαλό μου ότι κάποια στιγμή η ζωή μου «έπρεπε» να ακολουθήσει συγκεκριμένα κοινωνικά καλούπια: να βρω μια δουλειά, να κάνω καριέρα, να, να, να… Όμως όλα αυτά τα «πρέπει» εξαφανίζονταν τα καλοκαίρια δίπλα στα παιδιά και στους εθελοντές της κατασκήνωσης. Σιγά, σιγά ξεκίνησα να μαζεύω λεφτά και να κάνω κάποια πρώτα ταξίδια στην Ευρώπη. Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Τουρκία, Ολλανδία, Τσεχία, Αγγλία…

Στις φαβέλες του Pίο.

Το πρώτο μου ταξίδι, εκτός Ευρώπης, ήταν στην Ουγκάντα. Ένας νέος, «σκονισμένος» κόσμος ανοιγόταν μπροστά μου. Κάθε δέκα μέτρα σταματούσα και κοίταζα εκστασιασμένος. Κάθισα δύο ολόκληρους μήνες στη χώρα, βιώνοντας μοναδικές εμπειρίες. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν μια μέρα, σε μια φτωχογειτονιά της πρωτεύουσας Καμπάλα, όπου, τριγυρίζοντας με τη φωτογραφική μου μηχανή, πέτυχα μια πολυμελή οικογένεια σε μια καλύβα. Πιάσαμε την κουβέντα, κάθισα μαζί τους όλο το απόγευμα. Αν έβλεπες πού ζούσαν, δεν θα πίστευες στα μάτια σου. Κι όμως, περνώντας η ώρα και βλέποντας τον πατέρα και τη μητέρα να παίζουν και να γελούν με τα παιδιά τους, αισθάνθηκα ότι ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δει πιο ευτυχισμένη οικογένεια. Και ζούσαν σε μια καλύβα… Η διαπίστωση αυτή άλλαξε ριζικά πολλά πράγματα τα οποία, γαλουχημένος στο δυτικό τρόπο σκέψης, θεωρούσα έως τότε δεδομένα.

Στο λεωφορείο, ταξιδεύοντας προς την έρημο της Jaisalmer.

Μετά από εκείνο το ταξίδι μού άνοιξε την όρεξη για ακόμα περισσότερες περιπέτειες. Έκανα το γύρο της Λατινικής Αμερικής, διασχίζοντας τη Βραζιλία, την Αργεντινή, τη Χιλή, το Περού, τη Βολιβία, την Κολομβία… Μετά πήρε σειρά η Ασία: επί μήνες τριγύριζα στο Λάος, την Καμπότζη, το Βιετνάμ, την Ταϋλάνδη… Κάθε χιλιόμετρο και μια νέα εικόνα, μια νέα εμπειρία. Και πάνω απ’ όλα ένα νέο «μάθημα ζωής».

Παιδιά στο σχολείο. Έρημος Jaisalmer, Ινδία, στα σύνορα με το Πακιστάν.

Το πιο σημαντικό «μάθημα ζωής» μού το έδωσε μια γυναίκα στο Βιετνάμ. Είχα αγοράσει από το πρακτορείο της ένα εισιτήριο λεωφορείου, το οποίο θα χρησιμοποιούσα σε μια γειτονική πόλη. Φτάνοντας, ωστόσο, εκεί, κανείς δεν μιλούσε αγγλικά: επί τέσσερις ολόκληρες ώρες δεν μπορούσα να συννενοηθώ, να μάθω από πού φεύγει το λεωφορείο μου. Ήμουν χωρίς λεφτά, εγκλωβισμένος σε μια άγνωστη πόλη όπου έβρεχε καταρρακτωδώς, καταριόμουν την τύχη μου… Με τα πολλά, βρήκα το τηλέφωνο του πρακτορείου της γυναίκας, την κάλεσα κι άρχισα να της φωνάζω, να της λέω ότι με κορόιδεψε. «Όχι, από εκεί φεύγει, λέω αλήθεια», μου απαντούσε εκείνη με σπαστά αγγλικά. «Περίμενε, θα έρθω να σε πάω εγώ στο λεωφορείο», μου είπε στο τέλος. Δεν την πίστεψα. Το πρακτορείο της απείχε τουλάχιστον 45 λεπτά από εκεί που βρισκόμουν και η βροχή είχε κυριολεκτικά πλημμυρίσει τους δρόμους –ήταν αδύνατον να καταφέρει να φτάσει ως εδώ με το αυτοκίνητο. Έπειτα από μια ώρα περίπου είδα από μακριά ένα μηχανάκι (!), μέχρι τη μέση μέσα στο νερό, να προσπαθεί να φτάσει στο σημείο που είχαμε δώσει ραντεβού. Μπροστά από τη γυναίκα, που το οδηγούσε (βρεγμένη ως το κόκαλο), καθόταν ένα κοριτσάκι με ένα σκισμένο αδιάβροχο. Ήταν το παιδί της. Έμεινα άφωνος. «Δεν είχα κάπου να το αφήσω…», μου εξήγησε απλά εκείνη.

Παιδιά που έχουν χαθεί από τους γονείς τους, στο Βαρανάσι της Ινδίας.

Αυτή η γυναίκα, η οποία με είχε γνωρίσει μόλις λίγες ώρες νωρίτερα πουλώντας μου ένα εισιτήριο λεωφορείου, ξεκίνησε με ένα σκουριασμένο μηχανάκι υπό καταρρακτώδη βροχή (όσοι έχουν πάει στο Βιετνάμ καταλαβαίνουν τι εννοώ), οδήγησε κοντά μια ώρα σε καρόδρομους, μαζί με το εφτάχρονο παιδί της, για να φτάσει στη γειτονική πόλη και να πάει έναν άγνωστο δυτικό στο λεωφορείο του. Ήθελα να βάλω τα κλάματα, να της ζητήσω συγγνώμη, να αρχίσω να φωνάζω πως είμαι ένας άθλιος άνθρωπος, όμως εκείνη ήρθε κοντά μου χαμογελαστή και το μόνο που μου είπε ήταν: «Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά τώρα». Ξεμακραίνοντας με το λεωφορείο, τις κοίταζα πίσω να με χαιρετούν, χαρούμενες και οι δυο τους, μες στη βροχή και, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά, έπαψα να αναρωτιέμαι πού έχει πάει η αλληλεγγύη και η καλοσύνη των ανθρώπων.

Μικρό κορίτσι στην Kαμπότζη.

Ήξερα πλέον πως ζούσαν, με την απλότητα και την απροσποίητη γενναιοδωρία που τους αρμόζει, σε ένα φτωχικό πρακτορείο λεωφορείων στο Βιετνάμ. Μόλις είχα πάρει το πιο σημαντικό μάθημα της ζωής μου. Μακάρι να νοιαζόμαστε όλοι μας έτσι ο ένας για τον άλλον.

Uganda: ένας μικρός χαίρεται το μπάνιο του.
Παίζοντας με παιδιά στο Ρίο.
Μια μικρή Ινδή ντυμένη θεά Σίβα στο Pushkar της Ινδίας.
Βολιβία: Ενώ οι τουρίστες τραβούσαν αναμνηστικές φωτογραφίες στη μεγαλύτερη φυσική αλυκή στο κόσμο…
Γράφει : Αντώνης Ντινιακός
 ΠΗΓΗ: http://www.andro.gr/
Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στην κατηγορία . Βάλτε στα αγαπημένα τον μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*