Εικόνα για Λιάνα Σταρίδα: «Δεν μας αξίζει η πόλη που έχουμε»

Λιάνα Σταρίδα: «Δεν μας αξίζει η πόλη που έχουμε»

Από το 1978 ασχολείται με την αρχαιολογία και τις ανασκαφές ενώ το όνομά της έχει συνδεθεί με την παλιά πόλη του Ηρακλείου, με τα ευρήματά της να έχουν αλλάξει την ιστορία.

STARIDA LIANAΟ λόγος για την Λιάνα Σταρίδα που εκτός από μία σπουδαία αρχαιολόγος είναι και μία «επαναστάτρια της ζωής» καθώς ότι και να αποφάσιζε το έκανε με κάθε κόστος.

Η απόφασή της ν’ ασχοληθεί με την αρχαιολογία έφερε «επανάσταση μέσα στο σπίτι» όπως αναφέρει η ίδια στη συνέντευξη που έδωσε στα prosopakritis καθώς ο πατέρας της ήθελε να ακολουθήσει τα βήματά του και να γίνει γιατρός. Την ίδια ώρα, η απόφασή της να συνταξιοδοτηθεί στις 17 Νοεμβρίου του 2011, πάρθηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας.

Το ίδιο και ο γάμος της, που γνώρισε τον άντρα της ζωής της – τον Γιάννη Σταρίδα – τον Αύγουστο του 1977 κι ενώ στην αρχή δεν ήθελε να τον βλέπει ζωγραφιστό, σε τρεις μήνες, ενώθηκαν με τα ιερά δεσμά του γάμου.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Λιάνα Σταρίδα κάνει έναν απολογισμό της επαγγελματικής της πορείας, αναφέρεται στην ιστορία της πόλης του Ηρακλείου, σε αυτά που έχει κάνει και νιώθει υπερήφανη ενώ περιγράφει και κάποιους σταθμούς της προσωπικής της ζωής.

Πότε αποφασίσατε ότι θ’ ασχοληθείτε με την αρχαιολογία;

Από πολύ μικρή ήθελα να γίνω αρχαιολόγος. Με την οικογένειά μου παραθερίζαμε στη Χερσόνησο όταν ήμουν μικρή. Τότε, γύρναγα στα χωράφια και τις ξερολιθιές και μάζευα ότι έβρισκα, από κομματάκια από αγάλματα μέχρι μικρά κομμάτια αγγείων. Όλο αυτό μου δημιούργησε μία αγάπη στην αναζήτηση. Ένιωθα υπέροχα, ήταν μία ξεχωριστή αίσθηση. Η απόφασή μου όμως να γίνω αρχαιολόγος ήρθε σε αντίθεση με την επιθυμία των γονιών μου.

Δηλαδή, πώς το πήραν;

Μπορώ να πω ότι έγινε επανάσταση στο σπίτι όταν τους είπα ότι τελικά θέλω να γίνω αρχαιολόγος.

Ο πατέρας μου ήθελε να γίνω γιατρός, ν’ ακολουθήσω τα δικά του βήματα. Έτσι, πήγα στο Πρακτικό Γυμνάσιο για να ετοιμαστώ για την Ιατρική. Η κατεύθυνση που ακολούθησα ήταν η θετική. Στην μέση της πέμπτης γυμνασίου ανακοινώνω στους γονείς μου ότι δεν θέλω να γίνω γιατρός αλλά αρχαιολόγος. Έγινε επανάσταση στο σπίτι και παρ’ όλα αυτά άλλαξα κατεύθυνση. Ζορίστηκα πολύ να προσαρμοστώ γιατί δεν γνώριζα τίποτε από αρχαία και λατινικά. Τελικά τα κατάφερα και μπήκα με την πρώτη.

Η Λιάνα Σταρίδα σε ανασκαφική έρευνα στη Χερσόνησο

Η Λιάνα Σταρίδα σε ανασκαφική έρευνα στη Χερσόνησο

Θυμάστε την πρώτη σας ανασκαφή;

Και βέβαια το θυμάμαι αφού συνοδεύεται από πολύ κλάμα.

Το 1978 μπαίνω στην υπηρεσία έχοντας αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα όπου πρέπει να σας πω ότι δεν κάναμε καμία πρακτική στην ανασκαφή. Δεν είχα καμία εμπειρία. Για ενάμιση χρόνο περίπου ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας μας είχε να ταξινομούμε φωτογραφίες.

Η πρώτη μου ανασκαφή έγινε στη Χερσόνησο στο Καστρί, όταν με στέλνει ο προϊστάμενός μου να κάνω τομές στο νάρθηκα της Βασιλικής. Εγώ δεν ήξερα ούτε ημερολόγια να κρατάω, ούτε μετρήσεις να κάνω, τίποτα απολύτως. Ευτυχώς που είχα μαζί μου τεχνίτες που είχαν δουλέψει με Άγγλους και ξέρανε καλύτερα από μένα. Κάθε βράδυ είχα εφιάλτες, κάθε πρωί έκλαιγα. Φοβόμουν μην κάνω κάποιο λάθος στις μετρήσεις, κι αυτό είναι ένα λάθος που κοστίζει. Εκείνη την περίοδο λοιπόν δεν είχα γνώσεις ούτε κεραμικής, ούτε νομισματικής ούτε τίποτα. Εκεί που έσκαβαν οι εργάτες, μετά από κάμποσες μέρες, βρήκα σπασμένα κομμάτια από ένα αγγείο ραβδωτό. Έκανα τρελή χαρά. Το παίρνω περιχαρής, πάω στο σπίτι μου και κάθομαι ένα ολόκληρο πρωινό από πάνω του προσπαθώντας να το συναρμολογήσω, να το ταυτοποιήσω – ανάθεμα κι αν ήξερα τι έκανε.

Το μεσημέρι, έρχεται ο άντρας μου ο Γιάννης που είναι πολιτικός μηχανικός και με βλέπει σκυμμένη στο πάγκο, με απλωμένα όλα τα κομμάτια, με ανοιχτά βιβλία πάνω και κάτω από το τραπέζι και μου λέει την εξής χαρακτηριστική φράση: «Μα τι κάνεις με το ελενίτ;».

Τα ‘χασα. Του λέω δεν είναι ελενίτ, αγγείο είναι. Μου απαντάει «Τι λες μωρέ, ελενίτ είναι». Αυτό ήταν έμεινα άναυδη. Έχασα ένα ολόκληρο πρωινό προσπαθώντας να συναρμολογήσω και να ταυτοποιήσω ένα σπασμένο ελενίτ. Σιγά – σιγά βέβαια μπήκα στο κλίμα στις ανασκαφές και μετά από πολύ διάβασμα – ποτέ δεν τελειώνει το διάβασμα – έμαθα.

Πώς ήρθε η συνταξιοδότηση;

Η συνταξιοδότηση δεν ήταν στα άμεσα σχέδιά μου, γιατί δεν είχα κλείσει τα 35 χρόνια υπηρεσίας, ήμουν περίπου 34. Βρισκόμουν σε εκπαιδευτική άδεια – μελετούσα στο σπίτι μου – όταν δέχομαι ένα τηλέφωνο από την υπηρεσία που μου έλεγαν ότι μαζί με κάποιους άλλους συναδέλφους ήμουν στη λίστα εφεδρίας. Έκλεισα το τηλέφωνο και κατέβηκα στην υπηρεσία. Τους είπα ότι δεν θα τους έκανα το χατίρι να μπω στην εφεδρία και έκανα αμέσως τις αιτήσεις για παραίτηση. Αυτά έγιναν στις 17 Νοεμβρίου 2011. Επαναστατική η έξοδός μου. Πήγα εργαζόμενη κι έφυγα συνταξιούχος.

Η Λιάνα Σταρίδα στο εσωτερικό της Κρήνης Μοροζίνι

Η Λιάνα Σταρίδα στο εσωτερικό της Κρήνης Μοροζίνι

Ήταν μία απότομη αλλαγή. Δεν είχε περάσει από το μυαλό σας η συνταξιοδότηση;

Δεν ήταν κάτι που σκεφτόμουν αν και είχε περάσει από το μυαλό μου εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν το τελευταίο διάστημα. Υπήρχε μία πολύ άσχημη περίοδο στην υπηρεσία είτε από πλευράς συναδέλφων, είτε από έλλειψη χρηματοδότησης είτε από άποψη δουλειάς. Με ενοχλούσε η νοοτροπία που είχαν οι περισσότεροι συνάδελφοι βλέποντας τους πολίτες σαν a priori απατεώνες και τους αντιμετώπιζαν με μία αλαζονεία που εγώ δεν άντεχα καθόλου. Γι’ αυτό και με θεωρούσαν οι περισσότεροι αιρετική.

Στην άκρη του μυαλού μου λοιπόν είχα την συνταξιοδότηση παρ’ όλα αυτά όταν ήρθε η στιγμή μούδιασα. Ήταν ένα σοκ. Γύρισα στο σπίτι το μεσημέρι και λέω στον άντρα μου ότι είμαι πλέον συνταξιούχος. Πέρασα ένα μικρό λούκι, δεν με χωρούσε ο τοπος. Ζορίστηκα αρκετά αλλά ευτυχώς μ’ έσωσαν οι εγγονές μου στην Αθήνα που πήγαινα συνέχεια για να τις βλέπω. Μετά ξεκίνησα να γράφω κι έχω και πάλι πολλή δουλειά μπροστά μου.

Ένας αρχαιολόγος τυπικά συνταξιοδοτείται. Ουσιαστικά;

Όχι ποτέ. Με την έ

Η μακέτα του Χάνδακα

Η μακέτα του Χάνδακα

ννοια ότι δεν θα πάψω ποτέ να είμαι αρχαιολόγος. Μπορεί να είμαι συνταξιούχος από πλευράς υπηρεσίας, αλλά αρχαιολόγος θα είμαι όλη μου τη ζωή.

Ποια είναι τα τρία πράγματα που νιώθεται υπερήφανη ως αρχαιολόγος;

Είμαι περήφανη σαφώς επειδή έριξα όλο μου το δυναμικό στο να αποκαλύψω τα μυστικά της πόλης μας. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι αν γνωρίζουμε τώρα πράγματα για την πόλη μας που πριν θεωρούνταν αδιανόητα οφείλεται στις ανασκαφές που έκανα. Γι’ αυτό είμαι υπερήφανη.

Επίσης, είμαι υπερήφανη – και ανήσυχη συγχρόνως – για τα βιβλία μου. Κατόρθωσα – και κατορθώνω βλέποντας την απήχηση του κόσμου – να δείξω ότι ένας επιστήμονας μπορεί να γράψει με τέτοιο τρόπο ώστε τα γραφόμενά του να είναι τεκμηριωμένα και συγχρόνως προσιτά σε όλους. Μπορεί οποιοσδήποτε να διαβάσει το βιβλίο, να μάθει πράγματα για την πόλη και παράλληλα να μην μπορεί να πει κάτι για την επιστημονική τεκμηρίωση.

Το τρίτο είναι η μακέτα του Χάνδακα. Είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτήν αλλά και για τις εκθέσεις που οργάνωσα στο Ιστορικό Μουσείο. Μάλιστα, έχω κι ένα παράπονο επειδή στο Ιστορικό Μουσείο δεν αναφέρονται ποτέ τα ονόματα των συντελεστών. Η μακέτα μας πήρε περίπου 3 χρόνια για να την φτιάξουμε. Ήταν μία επιστημονική προσπάθεια δική μου και της αείμνηστης Χρυσούλας Τζομπανάκη. Εγώ ήμουν υπεύθυνη για την προσομοίωση της πόλης και η Χρυσούλα για την προσομοίωση των τειχών. Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο αλλά θεωρώ ότι πέτυχε.

Θα μου επιτρέψετε όμως να σας πω κι ένα τέταρτο που είμαι υπερήφανη, κι αυτό είναι οι παρουσιάσεις που έκανα στα σχολεία. Εκεί έδωσα μάχη.

Τη δεκαετία του ’90 είχα πάει για πρώτη φορά στα σχολεία και ζήτησα από γυμνασιάρχες, λυκειάρχες να μου δώσουν χρόνο για να μιλήσω στα παιδιά για την παλιά πόλη. Κανείς δεν ανταποκρίθηκε. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να καταφέρω να μπω τα σχολεία και ν’ αρχίσω να ξεναγώ τα παιδιά, που πραγματικά διψούσαν για να μάθουν για την παλιά πόλη. Στα σχολεία βέβαια δεν πήγαινα ως υπηρεσία αλλά ως Λιάνα Σταρίδα, ήταν δική μου πρωτοβουλία. Ακόμα και τώρα όπου με φωνάζουν πηγαίνω.

Τι ερωτήσεις σας έκαναν;

Τα παιδιά έχουν την μαγική ικανότητα να σε αφοπλίζουν. Αυτό συνέβαινε και με τις ερωτήσεις τους. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν για ποιο λόγο τα αρχαία μας τα είχαμε εγκαταλείψει. Θυμάμαι, όταν ήμουν με μία ομάδα παιδιών και τους έδειχνα τον Άγιο Ονούφριο που βρίσκεται μέσα στην αγορά ένα κοριτσάκι με την αθωότητά του με ρώτησε για ποιο λόγο δεν την βλέπουμε και δεν μπορούμε να πάμε να την προσκυνήσουμε. Παράλληλα, στα παιδιά έκανε πάντα εντύπωση ο τάφος του Μαρτινέγκο αλλά εκεί που εκστασιάζονταν ήταν μέσα στον Κούλε. Ανεβαίνανε τα σκαλιά, τα κατεβαίνανε, τρέχανε πάνω – κάτω.

ÖÕËÁÊÅÓ ÁËÉÊÁÑÍÁÓÓÏÕ ÅÎÅÃÅÑÓÇ ÇÑÁÊËÅÉÏΩς άνθρωπος για ποια πράγματα νοιώθετε περήφανη;

Δεν θα πω την οικογένειά μου, που εννοείται ότι είμαι υπερήφανη, αλλά θα σταθώ σε δύο άλλα πράγματα που θεωρώ ότι ξεπέρασα τον εαυτό μου.

Υπήρξε μία περίοδος που περνούσα μία πολύ αγχώδη κατάσταση μετά το θάνατο του πατέρα μου, και διάφορες άλλες προσωπικές ιστορίες. Αποφάσισα να πάω εκπαιδεύτρια στις φυλακές της Αλικαρνασσού. Εκεί θεωρώ ότι ξεπέρασα τον εαυτό μου. Την πρώτη φορά που πήγα η εμπειρία ήταν τραυματική. Μπαίνω μέσα και πίσω μου άρχισαν να κλείνουν μία – μία οι πόρτες με πάταγο. Έπαθα κρίση πανικού. Σκέφτηκε πού πάω να μπλέξω. Τελικά όμως η εμπειρία αυτή είναι ότι πιο σημαντικό έχω ζήσει. Πήγαινα επί χρόνια, είχα μία ομάδα, και κάναμε πολλά και ωραία πράγματα. Οργανώσαμε την βιβλιοθήκη των φυλακών, τη δισκοθήκη και διαβάζαμε για την ιστορία του Ηρακλείου. Μάλιστα, είχαμε αναπτύξει τόσο δυνατούς δεσμούς με αυτή την ομάδα των βαρυποινιτών που έφτασα στο σημείο ακόμα και αυτούς που δικαιούνταν άδεια αλλά δεν είχαν πού να μείνουνε να τους φιλοξενώ σπίτι μου, ενώ πάντρεψα και έναν. Η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση ήταν όταν μετά από χρόνια περπατούσα στο δρόμο κι ακούω κάποιον να φωνάζει «μανούλα, μανούλα» – έτσι με έλεγαν οι κρατούμενοι – και γυρίζω και βλέπω έναν κρατούμενο πάνω στο μηχανάκι. Συγκινήθηκα. Όλη αυτή η κατάσταση ήταν μία πραγματική εμπειρία για μένα.

Από εκεί όμως με έδιωξαν γιατί κατήγγειλα τον τότε διευθυντή. Ήταν ένας απατεώνας, τους έκλεβε τα τσιγάρα τους, τους προμήθευε ο ίδιος ναρκωτικά. Μαφία σκέτη.

Οι κακοί είναι στη φυλακή;

Όχι δεν είναι. Εγώ είχα μία ομάδα από 30 περίπου ανθρώπους βαρυποινίτες – από 20 χρόνια κάθειρξης και πάνω ο καθένας – αλλά δεν συνάντησα κανέναν απ’ αυτούς που λέμε «σάπιους», «καμένα χαρτιά».

Είχαν ενδιαφέρον στην ιστορία του Ηρακλείου;

Έδειχναν τρομερό ενδιαφέρον, ούτε εγώ δεν το περίμενα. Μιλούσαμε συνέχεια για την ιστορία του Ηρακλείου, τους έδειχνα φωτογραφίες, διαβάζαμε, συζητούσαμε, αναλύαμε και συνέχεια με ρωτούσαν πράγματα για την πόλη και όχι μόνο.

Αυτή η εμπειρία ήταν απίστευτο αλλά μου έδωσε κι ένα γερό μάθημα. Το πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους. Το να απορρίπτεις έναν άνθρωπο με ελαφριά την καρδία είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις. Αν δεν τον γνωρίσεις, αν δεν τον ζήσεις τότε δεν μπορείς να έχεις άποψη. Εδώ μιλάμε βέβαια για βαρυποινίτες που σημαίνει ότι έχουν κάνει κάτι κακό, ωστόσο για μένα εφόσον ο άλλος το αξίζει, πρέπει να του δώσεις μία δεύτερη ευκαιρία.

Η Λιάνα Σταρίδα στις μίνες της οδού Πυράνθου

Η Λιάνα Σταρίδα στις μίνες της οδού Πυράνθου

Περιγράψτε μου ένα συμβάν μέσα στις φυλακές που σας έχει μείνει χαραγμένο στο μυαλό;

Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την γιορτή της Πρωτοχρονιάς που έγινε στις φυλακές τον τελευταίο χρόνο που ήμουν εκεί. Ήταν μία καταχνιασμένη μέρα. Η φυλακή είχε οργανώσει μία γιορτή το μεσημέρι. Με είχαν καλέσει και φυσικά πήγα. Μπαίνω στη μεγάλη αυλή κι αντικρίζω το εξής σουρεαλιστικό θέαμα: Στην άκρη της αυλής υπήρχε μία ορχήστρα που έπαιζε λαϊκά, στην άλλη γωνιά ήταν στημένοι οι επίσημοι που κάθονταν σε καρέκλες, ήταν από τον διευθυντή της φυλακής, την αστυνομία μέχρι και τον δήμαρχο. Όλη η αυλή ήταν άδεια στη μέση και οι κρατούμενοι ήταν ακροβολισμένοι από άκρη σε άκρη και γλεντάγανε κατά παραγγελιά. Ήταν τόσο θλιβερό το σκηνικό. Τότε έκανα και την υπέρβαση, που λένε, και δεν πήγα να κάτσω με τους επισήμους αλλά πήγα με την ομάδα μου, στους κρατούμενους. Τους είδα μελαγχολικούς και προσπάθησα να τους τονώσω το ηθικό λέγοντάς τους πως αφού είμαστε εδώ ας περάσουμε τουλάχιστον καλά. Μάλιστα, τους υποσχέθηκα ότι αν χόρευαν τότε θα έριχνα κι εγώ ένα ζεϊμπέκικο – πράγμα που δεν έχω κάνει ποτέ. Κι αρχίσαμε έναν χορό απίστευτο. Εγώ στη μέση, γύρω μου οι κρατούμενοι που χτυπούσαν παλαμάκια και απέναντι οι επίσημοι να κάθονται. Απίστευτα σουρεαλιστικό.

Από τις εργασίες καθαρισμού στο Πανάνειο για το Φεστιβάλ

Από τις εργασίες καθαρισμού στο Πανάνειο για το Φεστιβάλ

Το δεύτερο που σας κάνει να νιώθετε υπερήφανη ως άνθρωπος;

Είναι το φεστιβάλ στο Πανάνειο. Ήταν το 1999 που ήμουν εκπαιδεύτρια σε πτυχιούχους ανέργους του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ, σε πολιτιστικά θέματα.

Εκεί έμαθα στην ομάδα πώς να στήνουν μία θεατρική παράσταση, πώς να οργανώνουν μία συναυλία, μία έκθεση κτλ. Ήρθε η στιγμή όμως που έπρεπε να γίνει μία πρακτική άσκηση για όσα μάθαμε. Όταν σκεφτόμασταν πού και πώς να το κάνουμε, τότε ρίχνω την τρελή ιδέα να το κάνουμε στο Πανάνειο. Τότε το Πανάνειο ήταν ένα ερείπιο, δεν είχαν ξεκινήσει οι εργασίες ούτε είχε την μορφή που έχει σήμερα. Ήταν ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Για 20 μέρες είχαμε ξεχάσει τι θα πει ύπνος, ξεκούραση και φαγητό. Βγάλαμε 45 φορτηγά σκουπίδια κι όλα αυτά τα κάναμε εθελοντικά. Οργανώθηκε ένα πενθήμερο Φεστιβάλ, με τη συμμετοχή πλήθος φορέων, που πέρασε όλο το Ηράκλειο από εκεί, περισσότεροι από 40.000 άνθρωποι. Έγινε το αδιαχώρητο. Κανείς δεν το περίμενε. Ήταν οι πάντες εκεί, από την UNESCO, την Unicef, Σπηλαιολόγοι, Βιβλιοπώλες, Δισκοπώλες, όλοι οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι του Ηρακλείου. Κάθε απόγευμα υπήρχαν εκδηλώσεις όπως διαλέξεις, κινηματογραφικές προβολές και συναυλίες. Μάλιστα την τελευταία ημέρα του φεστιβάλ ήρθε ο σεφ Χριστόφορος Βενέρης και μαγείρεψε γαμοπίλαφο για τους 40.000 ανθρώπους που ήταν εκεί. Ήταν κάτι το εκπληκτικό.

Ασχοληθήκατε εκτενώς με την ανάδειξη της ιστορίας του Ηρακλείου. Υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν;

Άρχισα το ανασκαφικό μου έργο στο Ηράκλειο το 1989 και ασχολήθηκα με αυτό το τομέα έως το 2011 που έφυγα. Στο υπέδαφος της πόλης βλέπεις όλη την εξέλιξη, όλη την ιστορία. Υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν αλλά δεν υπάρχει διάθεση ειδικά από τους φορείς, που είναι αδιάφοροι και σε πολλές περιπτώσεις υποτονικοί.

Ο Άγιος Πέτρος.

Ο Άγιος Πέτρος.

Ποιο μνημείο βλέπετε αυτή τη στιγμή στο Ηράκλειο και σας πονάει περισσότερο;

Ο Άγιος Πέτρος. Αυτό με θλίβει και με πονάει γιατί δόθηκαν αμέτρητα χρήματα για μία δουλειά που θα μπορούσε να έχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα με το 1/3 των χρημάτων που δαπανήθηκαν. Ο Άγιος Πέτρος που βλέπουμε τώρα δεν έχει καμία σχέση με τον Άγιο Πέτρο. Είναι ένα κακόγουστο σκηνικό. Κάνανε απίστευτες αυθαιρεσίες. Ο Άγιος Πέτρος δεν είχε ποτέ αντηρίδες, ούτε πράσινη στέγη. Αυτό που θα έπρεπε να κάνουν ήταν να το αφήσουν ασκεπές, να αφήσουν τους τάφους κάτω, να κάνουν κάποιους δρόμους για να μπορεί κάποιος να περπατάει, και να κάνουν στερέωση των υφισταμένων τοιχοποιιών. Όχι πλήρη αποκατάσταση γιατί αλλοίωσε εντελώς την αρχική μορφή του μνημείου.

Με θλίβει όμως και ο αρχαιολογικός χώρος της Καστέλας που τον χαντάκωσαν. Φώναζα τότε, ότι πρέπει να ολοκληρωθεί η ανασκαφή σ” όλη την έκταση. Από τη στιγμή που έχουμε μεσοβυζαντινά στοιχεία πρώιμα ενετικά και είναι σε κτιριακά συγκροτήματα αυτά, οφείλουμε να ολοκληρώσουμε την ανασκαφή. Όχι μόνο δεν έγινε ποτέ αλλά πήγαν και έχτισαν τοίχους τριγύρω, βάλανε πασαρέλες. Ένα δημόσιο χώρο είχαμε που δεινοπαθήσαμε να απαλλοτριωθεί, και τον καταστρέψαμε.

Η Κρήνη Μοροζίνι.

Η Κρήνη Μοροζίνι.

Άλλα αυθαίρετα κατασκευάσματα σε μνημεία του Ηρακλείου;

Σάμπως έχουν γίνει άλλες συντηρήσεις ή αποκαταστάσεις μνημείων. Έγινε η Κρήνη Μοροζίνι αλλά δεν άλλαξε ποτέ μορφή Έγινε μία απλή συντήρηση. Το μόνο λάθος που κάνει ο δήμος – και δεν εννοεί να το καταλάβει – είναι ότι το νερό που βάζει στη Κρήνη με κίνδυνο την διάβρωση του κάτω δαχτυλίου. Τότε το είχα πει στην υπηρεσία αλλά δεν μου έδωσαν καμία σημασία. Επίσης, αυτά που βρέθηκαν γύρω από την Κρήνη – που ήταν δική μου ανασκαφή – αντί να τα αναδείξουν όπως πρέπει τα έκαναν σαν τάφους. Έβαλαν πάνω ένα τζάμι, δεν αερίζεται και αυτή τη στιγμή το μόνο που βλέπει ο επισκέπτης ή ο πολίτης της πόλης είναι ένα θαμπό τζάμι, δεν ξέρεις τι υπάρχει από κάτω. Κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει αερισμός, να μην χορταριάζει, να μπορεί να σηκώνεται το γυαλί και να καθαρίζεται. Τα κάνανε εκεί μπάχαλο.

Η Λότζια.

Η Λότζια.

Καλές ανακατασκευές υπάρχουν;

Ναι αλλά είναι όλες παλιές. Π.χ. είναι ο Άγιος Μάρκος που είναι πολύ καλή και αξιόπιστη αναστήλωση όπως επίσης και η Λότζια που είναι μία ανακατασκευή εκ θεμελίων. Όλα αυτά όμως έγιναν παλιά, από το 1990 και μετά δεν έγινε καμία άλλη αναστύλωση πέρα του Αγίου Πέτρου.

Ο Ηρακλειώτης γνωρίζει την πόλη του;

Τίποτα δεν γνωρίζει. Μία μικρή μερίδα πολιτών είναι εκείνοι που αγανακτούν, οργίζονται αλλά κι ενδιαφέρονται να κάνουν κάτι. Όλοι οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν και δεν θέλουν να μάθουν κι όλας.

Παράλληλα, δεν υπάρχει και κανένας σεβασμός. Για παράδειγμα, στα τείχη του Ηρακλείου έχει γίνει φοβερή δουλειά που δεν έχει φανεί γιατί είμαστε άξιοι της τύχης μας. Έγινε η πολύ καλή δουλειά από το γραφείο αποκατάστασης των τειχών του δήμου Ηρακλείου που ξεκίνησε από τον Άγιο Ανδρέα κι έφτασε μέχρι και την Πύλη του Ιησού. Έχουν ανοίξει όλες οι πύλες, έχουν φτιαχτεί όλες οι χαμηλές πλατείες, έχουν γίνει φυτεύσεις, μονοπάτια, φώτα και παγκάκια.

Αν όμως πας τώρα μία βόλτα στα τείχη θα δεις σπασμένα όλα τα φωτιστικά, σπασμένα παγκάκια ή ακόμα και παγκάκια που έχουν ξηλώσει. Δεν υπάρχει κανένας σεβασμός. Έχουμε την πόλη που μας αξίζει ή ακόμα καλύτερα δεν μας αξίζει η πόλη που έχουμε.

Η Λιάνα Σταρία στο Παλαιοενεικό τείχος.

Η Λιάνα Σταρία στο Παλαιοενεικό τείχος.

Έχετε κάνει πολλές ανασκαφές. Χρειάζεται υπομονή;

Απίστευτη υπομονή, πολύ πείσμα και μία κάποια – ας το πούμε – λόξα.

Πρέπει να έχεις αντοχή και πείσμα διότι μπορεί να περάσεις πέντε ολόκληρα πρωινά στον ήλιο και να μην βρεις απολύτως τίποτα και απεριόριστη υπομονή. Το πρώτο πράγμα που αντιμετωπίσεις όταν κάνεις μία ανασκαφή είναι η αφαίρεση των επιφανειακών – που είναι σκληρή εργασία – να μείνει το παρθένο χώμα. Αυτό δεν ξέρεις πόση ώρα θα σου πάρει. Στη συνέχεια υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο πρώτος είναι αυτός της απογοήτευσης, που δεν βρίσκεις απολύτως τίποτα και ο δεύτερος είναι της έξαψης. Όταν αρχίσεις να μπαίνεις στα στρώματα που έχουν αρχαία. Εκεί ξεχνάς χρόνο, κούραση, μέση, πόδια, τα πάντα. Ξεκινάς με σκαλιδάκια, σκουπάκια, πινέλα κτλ και αυτή είναι η απίστευτη γοητεία αυτής της δουλειάς.

Και τώρα που κάνω τον απολογισμό μου με όλα αυτά που αντιμετώπισα και τις δυσκολίες και αντιξοότητες αν ξεκινουσα από την αρχή θα έκανα το ίδιο.

Δεν μπορείς να κάνεις ανασκαφές αν δεν το αγαπάς. Μπορείς να είσαι αρχαιολόγος που στην ουσία είσαι ιστορικός τέχνης. Είναι εκείνοι που μελετούν τις εικόνες, τις εκκλησίες κτλ. Το χώμα όμως είναι άλλη ιστορία.

Ένας ανασκαφικός χώρος μιλάει από μόνος του;

Ναι, όταν ξέρεις να τον διαβάσεις, μιλάει αμέσως. Παίζει τεράστιο ρόλο η εμπειρία βέβαια και να ξέρεις να διαβάζεις τα σημεία. Τώρα πια αν μπω σ’ ένα οικόπεδο μπορώ να σου πω πριν αρχίσει η πρώτη σκαπετιά αν έχει αρχαία ή όχι.

Είμαι πολύ περήφανη που βρήκα με τις ανασκαφές μου αρκετά πολύτιμα στοιχεία για την πόλη μου και την ιστορία της. Ωστόσο, θα ήθελα να πάω σε μία ανασκαφή και να βρω κάτι κραυγαλέο που θα άφηνε ΤΟ στίγμα. Δεν μιλάω για τον τάφο του Μέγα Αλέξανδρου, δεν έχω τέτοιες φιλοδοξίες. Αλλά κάτι σαν την μέλισσα των Μαλίων. Αυτό όμως δεν υπήρξε γιατί στο Ηράκλειο υπήρξαν συνεχείς εποικίσεις και καταστροφές.

Οι ανασκαφές έξω από τη Βικελαία.

Οι ανασκαφές έξω από τη Βικελαία.

Ποια ανασκαφή έχει χαραχτεί στο μυαλό σας;

Υπάρχουν πολλές ανασκαφές που μου έχουν δώσει ποικίλα συναισθήματα. Για παράδειγμα, θυμάμαι μία συγκινητική στιγμή στη Χερσόνησο. Ανοίξαμε έναν τάφο και ήταν μέσα μία μητέρα με δύο μωρά. Η μητέρα – φαινόταν από την κατατομή – ότι ήταν πολύ νέα κι είχαν βάλει το ένα της μωρό κάτω από τη μία μασχάλη και το δεύτερο κάτω από την άλλη. Ο τάφος ήταν όρθιος, χτιστός με καλυπτήριες πλάκες από πάνω κι είχε ένα άνοιγμα. Όταν μπήκα μέσα και αντίκρισα την εικόνα σφίχτηκε η καρδιά μου. Μάλιστα, η μητέρα είχε στο δάχτυλό της ένα χρυσό δαχτυλίδι που ήμουν υποχρεωμένη να το πάρω. Έβγαλα όμως ένα δικό μου ασημένιο που φορούσε και το τοποθέτησα στο χέρι της για να μην μείνει ορφανό. Την ώρα λοιπόν που έσκαβα, εμφανίστηκε ο παπάς της Ενορίας – γνωστός αρχαιόφιλος που κάθε φορά που έβλεπε ανασκαφή ερχόταν να δει τι ακριβώς γίνεται. Του ανέφερα λοιπόν ότι μέσα στον τάφο υπάρχει μία μάνα με τα δύο μωρά της που είτε σκοτώθηκαν είτε πέθαναν από κάποια αρρώστια. Τον ρώτα, αν θα μπορούσαμε να πάρουμε τα οστά και να τα βάλουμε στο οστεοφυλάκιο της ενορίας. Μου απαντάει ότι πρέπει να ρωτήσει τον Δέσποτα. Λίγη ώρα αργότερα έρχεται και μου λέει το εξής απίστευτο: «Ο Δεσπότης θέλει να μάθει αν τα οστά είναι στην προ Χριστού εποχή ή μετά Χριστόν». Μένω άναυδη. Με ρώτησε κάτι τέτοιο γιατί – σύμφωνα πάντα με όσα του είπε ο Δεσπότης – αν είναι π.Χ. είναι ειδωλολάτρες άρα δεν μπορούν να πάνε σε Χριστιανικό οστεοφυλάκιο. Το ακόμα πιο τραγικό ήταν ότι ακόμα και μετά Χριστόν να ήταν τα οστά, θα ήθελε η Εκκλησία να μάθει αν είχαν τα άτομα βαπτιστεί ή όχι για να ξέρουν τι θα κάνουν. Αυτό ήταν ένα απίστευτο συμβάν που μου συνέβη και δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ. Το αποτέλεσμα ήταν να καθαρίσουμε τον τάφο και να τον ξανασφραγίσω αφήνοντας εκεί την μάνα με τα δύο μωρά.

Η ανασκαφική έρευνα γύρω από τη Κρήνη Μοροζίνι.

Η ανασκαφική έρευνα γύρω από τη Κρήνη Μοροζίνι.

Ποιους από τους παλιούς αρχαιολόγους θεωρείτε φωτισμένους.

Σε τοπικό επίπεδο θεωρώ ότι ο πιο φωτισμένος αρχαιολόγος είναι ο Ξανθουδίδης ενώ ακολουθεί ο Πλάτωνας. Δεν θα έλεγα το ίδιο για τον Στυλιανό Αλεξίου – παρ’ όλο που το σεβόμουν απίστευτα σαν άνθρωπο. Η αγάπη του έτσι κι αλλιώς δεν ήταν η αρχαιολογία αλλά η λογοτεχνία.

Από τους μη τοπικούς, φυσικά τον Ανδρόνικο που ήταν και σεμνός άνθρωπος, τον Κόλια τον μακαρίτη που έκανε εξαιρετική δουλειά στη Ρόδο αλλά και τον Ντούμα. Τον Μαρινάτο δεν τον εκτιμούσα καθόλου, αν και ήταν μεγάλος αρχαιολόγος.

Εκτός όμως από αρχαιολόγος έχετε μία σημαντική συγγραφική πορεία.

Ειδικά το πλάνο που έχω βάλει τώρα μπροστά μου είναι πολύ φιλόδοξο.

Πρόκειται για 8 τόμους που αφορούν στην ξενάγηση των αναγνωστών στο Μεγάλο Κάστρο.

Ο πρώτος τόμος ήταν μία γενική εισαγωγή της ιστορικής εξέλιξης της πόλης που γνώριζα και δεν με δυσκόλεψε. Ο δεύτερος τόμος με ζόρισε αρκετά καθώς ήταν αναφορά στις πραγματικές συνοικίες του Χάνδακα. Έπρεπε από 400 περίπου αναφορές να ξεχωρίσω τις 19 συνοικίες που ήταν οι πραγματικές.

Τώρα είμαι στην καταγραφή του υλικού του τρίτου τόμου που θα αφορά τα θρησκευτικά μνημεία του Χάνδακα, ναούς, μοναστήρια – καθολικά, εβραϊκά, τεκέδες κτλ. Από τις 165 εκκλησίες που υπάρχουν έχω ταυτίσει τις 120 για τις άλλες δεν έχω μαρτυρίες. Με έχει χτικιάσει αυτός ο τόμος. Ευελπιστώ όμως ότι παραμονές Χριστουγέννων θα είναι έτοιμο.

Μετά ακολουθούν οι τόμοι: Οχυρώσεις και λιμάνια, Κτήρια και μνημεία και ύδρευση με την τελευταία ίσως να την κάνω ξεχωριστό τόμο, η Καθημερινή ζωή – που ξέρω ότι θα μου βγάλει την ψυχή – και τέλος ο τόμος που θα αφορά τα Εκτός Τειχών. Θα είναι η παρακάντια, η λεγόμενη, που είναι η ανάπτυξη των προαστίων.

Τώρα, όταν τελειώσουν όλα αυτά ευελπιστώ να γράψω για το ανασκαφικό μου έργο. Πρόκειται για μία δουλειά full time, που λένε.

Ο Γιάννης Σταρίδας με τη Λιάνα και ο γιος τους Θωμάς.

Ο Γιάννης Σταρίδας με τη Λιάνα και ο γιος τους Θωμάς.

Ο γάμος με τον Γιάννη Σταρίδα

Μία ευχάριστη και ενδιαφέρουσα στιγμή της συνέντευξης που μου έδωσε η Λιάνα Σταρίδα για τα prosopakritis ήταν η στιγμή που ο σύζυγός της Γιάννης, ήρθε στην παρέα μας και θέλησε να εξιστορήσει το πώς παντρευτήκανε.

Διαβάστε την ιστορία όπως την εξιστορεί ο Γιάννης Σταρίδας:

Με τη Λιάνα γνωριστήκαμε τον Αύγουστο του 1977 και παντρευτήκαμε τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου.

Ήμουν δημοτικός σύμβουλος με τον Μανώλη Καρέλλη όταν το 1977 το ΚΚΕ αποφασίζει να κάνει το 2ο Φεστιβάλ του. Η Λιάνα ήταν επικεφαλής της οργάνωσης του Φεστιβάλ και της ήρθε η ιδέα να ζητήσει το πάρκο Γεωργιάδη για το φεστιβάλ. Όλοι της έλεγαν μην μπει στη διαδικασία να ζητήσει από το δήμο Ηρακλείου το πάρκο γιατί δεν πρόκειται να της το έδινε ο Καρέλλης. Εκείνη όμως αποφάσισε να το τολμήσει. Μπαίνω λοιπόν ένα πρωί στο γραφείο του Καρέλλη και βλέπω μέσα τον δήμαρχο αλλά και μία νεαρή κοπέλα, που φορούσε ένα τζιν. Είχε καμπύλες και ήταν πολύ όμορφη. Κάθομαι στη πολυθρόνα και περιμένω να τελειώσουν την συζήτηση με τα μάτια μου εμένα να είναι στραμμένα πάνω της. Όπως και η ίδια ομολογεί, όση ώρα μιλούσε με τον Καρέλλη ένιωθε κάποιον να της κάνει ακτινογραφία και μάλιστα αυτό την ενόχλησε πάρα πολύ ενώ σκέφτηκε να σηκωθεί και να φύγει από το γραφείο.

Κάποια στιγμή γυρίζει ο Μανώλης και με ρωτάει «τι λες Γιάννη να δώσουμε το πάρκο». Και του λέω, «σε μία τέτοια ωραία εκπρόσωπο μπορούμε ν ‘αρνηθούμε Μανώλη» με τον Καρέλλη να γελάει τρανταχτά με το γνωστό του γέλιο. Της δίνει το πάρκο. Εκείνη, από τότε ακούει Γιάννη Σταρίδα και βγάζει φωτιές. Με είχε εντελώς διαγράψει και ακυρώσει.

Στο μεταξύ, στο ΚΚΕ εκείνη τη περίοδο σκεφτήκανε να κάνουν μία ευρύτερη επιτροπή για το φεστιβάλ και να μπουν άνθρωποι εκτός ΚΚΕ για να δώσουν μία άλλη αίγλη στο εγχείρημά τους. Από το δημοτικό συμβούλιο λοιπόν προτείνουν εμένα για να συμμετέχω στην επιτροπή. Μόλις πάω στη πρώτη συγκέντρωση στο Δαίδαλο, με βλέπει η Λιάνα και στρίβουν τα άντερά της. Αμέσως πιάνει τους ανθρώπους της και τους ρωτάει για ποιο λόγο με φέρανε εμένα εκεί, με τους άλλους να διαβεβαιώνουν ότι είμαι καλό παιδί.

Πέρασαν 15 μέρες κάπως έτσι. Εγώ πήγαινα σε όλες τις παρουσιάσεις και στις συνεδριάσεις και καθόμουν μάλιστα στην πρώτη καρέκλα. Απόρησε η Λιάνα με το πόσο συνεπής ήμουν. Αυτό βέβαια δεν ήταν τυχαίο. Η πραγματικότητα ήταν ότι στο γραφείο που καθόταν η Λιάνα και μας μιλούσαν στις συνεδριάσεις, ήταν καλυμμένο με ξύλο προς το κοινό, ωστόσο υπήρχε σ’ ένα σημείο ένα κενό που μπορούσα άνετα να κάνω μπανιστήρι που λένε. Ωστόσο, εκτός από την εξωτερική της ομορφιά με είχε κερδίσει και η προσωπικότητά της.

Όταν τελείωσε το φεστιβάλ, χώρισαν και οι δρόμοι μας. Ωστόσο, κάποιοι φίλοι του ΚΚΕ και κυρίως ο Βασιλειάδης σκέφτηκε να μας φέρει σε επαφή εμένα και τη Λιάνα με απώτερο σκοπό βέβαια να ενταχθώ στο ΚΚΕ, ήταν μία πάγια τακτική του Κόμματος εκείνη την εποχή. Η Λιάνα βέβαια δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Τότε λοιπόν, ο Βασιλειάδης λέει στη Λιάνα ότι στην Επιτροπή του Σχεδίου Πόλεως που είμαι πρόεδρος εγώ, θέλουνε μία αρχαιολόγο και πρέπει να πάει εκείνη.

Αυτό βέβαια ήταν μέγα ψέμα, εμείς ποτέ δεν θέλαμε κάποια αρχαιολόγο.

Εκεί που συνεδριάζαμε λοιπόν, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η Λιάνα μ’ ένα λευκό φόρεμα, εφαρμοστό. Εγώ ως βιολογικός και επιρρεπής μπανιστιρτζής χάζευα συνέχεια. Σχολάμε και μας προτείνει ο Βασιλειάδης να πάμε για φαγητό όλοι μαζί, ωστόσο όταν προχωρήσαμε περισσότερο ως δια μαγείας ο Βασιλειάδης θυμήθηκε μία δουλειά που είχε κι έφυγε.

Εγώ δεν άφησα την ευκαιρία και της είπα να πάμε τελικά για φαγητό. Δέχθηκε. Από εκεί αρχίζει η γνωριμία και λίγο αργότερα παντρευτήκαμε και είμαστε τώρα 37 χρόνια παντρεμένοι.

Σοφία Κωνσταντοπούλου

Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στην κατηγορία . Βάλτε στα αγαπημένα τον μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*